δραπέτευση


δραπέτευση
[дралэтэфеи] ουσ. Θ. побег.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "δραπέτευση" в других словарях:

  • δραπέτευση — η απόδραση: Χθες βράδυ έγινε ομαδική δραπέτευση από τις φυλακές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δραπέτευση — η (AM δραπέτευμα, το Μ και δραπέτευσις, η) απόδραση, το να φύγει κάποιος κρυφά …   Dictionary of Greek

  • δραπετεύσῃ — δρᾱπετεύσῃ , δραπετεύω run away aor subj mid 2nd sg δρᾱπετεύσῃ , δραπετεύω run away aor subj act 3rd sg δρᾱπετεύσῃ , δραπετεύω run away fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απόδραση — Η δραπέτευση κρατούμενου ή φυλακισμένου. Τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους· οποιοσδήποτε άλλος συμμετείχε στην απόδραση τιμωρείται με φυλάκιση. Η ποινή της α. εκτίεται ολόκληρη μετά την έκτιση της βασικής ποινής του δράστη, δηλαδή δεν… …   Dictionary of Greek

  • έκφευξις — ἔκφευξις, η (Α) η ενέργεια τού εκφεύγω, διαφυγή, δραπέτευση …   Dictionary of Greek

  • δραπέτευμα — δραπέτευμα, το (Α) η δραπέτευση …   Dictionary of Greek

  • δραπετικός — δραπετικός, ή, όν (Α) 1. αυτός που ανήκει, αναφέρεται ή ταιριάζει σε δραπέτη 2. (για δούλο) αυτός που παρουσιάζει τάσεις φυγής, επιρρεπής σε δραπέτευση …   Dictionary of Greek

  • δρασμός — δρασμός, ο (ιων. δρησμός) (Α) απόδραση δραπέτευση …   Dictionary of Greek

  • δρησμοσύνη — δρησμοσύνη, η (Α) 1. η δρηστοσύνη 2. η δραπέτευση …   Dictionary of Greek

  • κλοπή — Η αφαίρεση ξένου, κινητού πράγματος από πρόσωπο που το κατέχει ανεξάρτητα αν του ανήκει ή όχι νόμιμα (κλοπή, για παράδειγμα, θεωρείται και όταν αφαιρείται πράγμα από την κατοχή άλλου που το έκλεψε προηγουμένως: ο κλέψας του κλέψαντος). Η κ.… …   Dictionary of Greek